Μόλις επέστρεψα από το Παλλάς όπου και παρακολούθησα από την προνομιούχο δεύτερη σειρά την παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάνου “2″. Το τικέτο, 80 ευρώ.
Το Παλλάς είναι ένα πραγματικό κτιριακό κόσμημα στην Αθήνα και προτρέπω όποιον τύχει και περάσει από την Βουκουρεστίου, να ρίξει μιά ματιά. Η προσπάθεια ανακατασκευής του κτιρίου στέφεται με απόλυτη επιτυχία: οι επιλογές του γρανίτη αλλά και των μωσαϊκών στο εσωτερικό, παρέα με την αρμονική επιλογή των χρωμάτων αλλά και την εντυπωσιακή αίθουσα των παραστάσεων, είναι εμφανές πως έχουν γίνει με σεβασμό στην ιστορία και τον χαρακτήρα του κτιρίου.
Είναι σημαντικό πρίν ξεκινήσω να ομολογήσω πως είναι η πρώτη φορά που παρακολουθώ μιά χορευτική παράσταση και πως έχω μηδενική παιδειά και καλλιέργεια για τέτοιας φύσεως θέαμα. Η διάθεσή μου δέν βοήθησε είναι αλήθεια, εντυπωσιάστηκα όμως.
Η παράσταση (πιστεύω πως) περιγράφει την αποξένωση, την μηχανικότητα στην οποία έχει οδηγηθεί ο άνθρωπος της σημερινής ψηφιακής εποχής μας. Οι αναφορές στην μετά-βιομηχανική εποχή είναι πολλαπλές και ξεκινούν από την αρχή του έργου με τους “2″ εκφωνητές-ρομπότ δίνοντας οδηγίες θυμίζοντας ένα gps. Η αίσθηση των ταχύτατων ρυθμών ζωής υποστηρίζονται με την βοήθεια ενός κυλιόμενου διαδρόμου επί σκηνής, ενώ η προσπάθεια “ανάβασης” του καθημερινού γολγοθά όταν (το πίσω) μέρος της σκηνής ανεβαίνει δημιουργώντας μιά κλίση.
Η μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα, πραγματικά Εξαιρετική. Η ακουστική στην αίθουσα, υψηλών προδιαγραφών. Το παρελθόν του κου Παπαϊωάνου, ανάμεσα σε όλα καί με την ομάδα εδάφους, και η παράλληλη φτώχεια που διακρίνει την ελληνική αισθητική αναφορικά με το χορό δεν αφήνει περιθώρια για τυχόν ερωτηματικά ή ίσως είναι εκείνη που τα δημιουργεί σε πολλούς που είδαν την παράσταση. Σήμερα κατάλαβα πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν οι λέξεις σε μιά παράσταση: από την μιά αφήνουν την εικόνα να μιλήσει από μόνη της, κι από την άλλη, όταν κι εφόσον ειπωθούν, αποκτούν άλλη βαρύτητα. Και σε αυτό, δεν είμαι μαθημένη. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι άν δεν έχω γνώσεις, και εμπειρία ως θεατής, πάνω στον χορό, η φυσική και πνευματική προσπάθεια που επιβάλλει το έργο είναι εμφανής και χρήζει αναγνώρισης. (Αυτό θα μπορούσε να ληφθεί ως προσβολή από τα χέρια μιάς άσχετης, αλλά παίρνω το ρίσκο μου)
Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να ομολογήσω πως μετά από την πρώτη ώρα, τα γόνατά μου άρχισαν να μουδιάζουν αφού δεν ήξερα πώς να τα τοποθετήσω έτσι ώστε να είμαι άνετα, η επαναλαμβανόμενη αναφορά στην απρόσωπη, “φαστ-φουντάδικη”, χυδαία και “πλαστική” εξέλιξη του σέξ άρχισε να κουράζει, και τα μάτια μου άρχισαν να κλείνουν τόσο που με πήρε ο ύπνος για κάποια ώρα. Βέβαια το “πλήρωσα” αφού όταν πιά τελείωσε η παράσταση, ο πρωταγωνιστής και άκρως αγαπητός ηθοποιός του οποίου το όνομα μου διαφεύγει (αύριο θα το ποστάρω) μου έριξε μιά ματιά δολοφονική, τιμωρόντας με έτσι για το θράσος μου. Αλλά καλό είναι, ιδίως σε τέτοιας φύσεως εργασίες, κανείς να μη εργάζεται “για το κοινό” αλλά για τον ίδιο.
Ίσως ο κος Παπαϊωάννου έκανε το λάθος να διερωτηθεί σχετικά με το κοινό στο οποίο απευθυνόταν με αποτέλεσμα το έργο να χάσει από σκηνοθετικής πλευράς. Φυσικά και γνωρίζει πως μετά την διεθνή επιτυχία που γνώρισε με τους Ολυμπιακούς το κοινό του δεν περιορίζεται στα επίπεδα που γνώριζε παλαιότερα με τις παραστάσεις της ομάδας εδάφους. Ίσως αυτό να τον φόβισε πως ο κόσμος δεν θα καταλάβει. Έτσι, η σκηνή με τον λαϊκό τραγουδιστή αλλά καί εκείνη με την γιγαντιαία πλαστική κούκλα μοιάζουν να θολώνουν την κατά τα άλλα κρυστάλλινη προσπάθειά του να μεταδώσει με δημιουργικότητα μέσω του χορού, ένα θέμα που αγγίζει πολλούς παγκοσμίως και όχι μόνο εμάς.
Δανείζομαι τον συμβολισμό με τον οποίο τελειώνει η παράσταση όπου οι δύο μονάδες περιμένουν να γίνουν “2″, σε άλλο πλαίσιο: είναι αλήθεια (“μαλάκα”) πως “δεν θέλει πολλή δύναμη” για να ανοίξει η “πόρτα” και απ’ ότι φαίνεται, εδώ και καιρό ο κος Παπαϊωάνου έχει ανοίξει εκείνη του μοντέρνου χορού στην Ελλάδα.