Η γλώσσα που μιλάμε δεν είναι απλά μόνο ένα εργαλείο για να επικοινωνούμε έννοιες, αλλά και ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό της ταυτότητάς μας.
Στην Τουρκία, το 1928 υιοθετήθηκε το λατινικό αλφάβητο, κίνηση της οποίας σκοπός ήταν, κατ’αρχάς, η εξάλειψη του αναλφαβητισμού, και θα προσέθετα, τη διευκόλυνση της καθαρότητας της γλώσσας, στοιχείο του εθνικισμού που άνθιζε το ‘30. Το 1932, κατά την διάρκεια του πρώτου γλωσσολογικού συνεδρίου, εξελίχθηκε η αναμέτρηση ανάμεσα στους καθαρολόγους και τους μετριοπαθείς, και νικητές βγήκαν οι πρώτοι. Η δημιουργία της Επιτροπής για την Μελέτη της Τουρκικής Γλώσσας (Türk Dili Tetkik Cemiyeti) (ύστερα Ίδρυμα Τουρκικής Γλώσσας,Türk Dil Kurumu ) αποτελεί ένα από τα πρώτα παραδείγματα του προγράμματος μεταρρυθμίσεων που προωθούσε ο Κεμάλ Ατατούρκ.
Οι δυσκολίες που αντιμετωπίστηκαν ήταν πολλές και προσωρινή “λύση” στο ζήτημα έφερε η Γλωσσική Θεωρία του Ήλιου ή αλλιώς Θεωρία της Μητέρας-Γλώσσας (Güneş Dil Teorisi) βάση της οποίας υποστηριζόταν πως “όλες οι γλώσσες προέρχονταν από μιά αρχέγονη γλώσσα της κεντρικής Ασίας, ότι τα τουρκικά βρίσκονταν πιό κοντά απ’όλες σ’αυτή τη ρίζα και ότι όλες οι γλώσσες είχαν αναπτυχθεί από την αρχέγονη από τα τουρκικά”. Εμπνευστής της θεωρίας εκείνης ο Dr. Kvergic ένας “Ανατολιστής” καθηγητής από την Βιέννη, ο οποίος στην εργασία του “La Psychologie de quelques éléments des Langues Turques” υποστήριζε, ανάμεσα σε άλλα, πως τα Τουρκικά είναι η πρώτη γλώσσα στον κόσμο.
Στην Ελλάδα;
Στην Ελλάδα, δεν χρειάστηκε ποτέ ούτε να αναλογισθεί κανείς την πιθανότητα αλλαγής του αλφάβητου. Η βικιπεδία μας ενημερώνει πως η κρατούσα άποψη υποστηρίζει πως ελληνικό “πρότυπο (αλφάβητο) υπήρξε το φοινικικό, το οποίο πρέπει να γνώρισαν οι Έλληνες καθώς ταξίδευαν στα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα στην ανατολική Μεσόγειο” και ότι η ύπαρξη των ονομαζόμενων ώς “πρωτοελληνικά” χρονολογείται το 1600 π. Χ. Ένα πολύ όμορφο σχέδιο με την εξέλιξη της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας βρήκα επίσης εδώ, αξίζει να του ρίξετε μιά ματιά. Βλέπουμε μιά περιοδικότητα στην εξέλιξη της γλώσσας αλλά και αντίστοιχες διαλέκτους.
Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα όταν έπιασα τον εαυτό μου να μην σκέφτεται για τις διαλέκτους από μόνη μου, αλλά μόνο όταν αντίκρυσα τον πίνακα τις “θυμήθηκα”. Θα μπορούσε να πεί κανείς πως είμαι η “κλασική Αθηναία” που υποσυνείδητα πιστεύει, πως η Αθήνα είναι η Ελλάδα, η μάλλον το αντίθετο. Δηλαδή, πως δεν “ξέχασα” ότι υπάρχουν διάλεκτοι, αλλά ότι δεν τις ζώ, δεν αποτελούν τίποτα παραπάνω παρά την “αστεία” φωνή που θα κάνω σαν “κρητικάτσι” επειδή πέρυσι είχα λιώσει να κατεβάζω το της αγάπης μαχαιριά (εκεί με οδήγησε η μεταναστευτική μου ταυτότητα).
Δεν ξέρω άν γίνομαι απόλυτα κατανοητή, αλλά άν ήμουν από την Κρήτη θα χρησιμοποιούσα την κρητική διάλεκτο με όλους του κρητικούς, οπουδήποτε στον κόσμο, όπως χρησιμοποιώ μερικές λέξεις-εκφράσεις στα “κουμιώτικα”. Να σημειωθεί πως η Κύμη της Καμπανίας (βλέπε παλαιότερο πόστ εδώ) η αρχαιότερη ελληνική αποικία στην Δύση, μετέδωσε στους ντόπιους το χαλκιδικό αλφάβητο από το οποίο γεννήθηκε το λατινικό. Γι’αυτόν το λόγο το λατινικο αλφάβητο διασώζει οκτώ γράμματα όμοια με τα ευβοϊκά (C, D, F, L, P, R, S, X).
Τέλος πάντων, πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο της Άννας Φραγκουδάκη “Η γλώσσα και το έθνος 1880-1980: εκατό χρόνια αγώνες για την αυθεντική ελληνική γλώσσα” και ενημερώθηκα σχετικά με την ιδεολογική διαμάχη που δόθηκε για την ελληνική γλώσσα, βασικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων.
Στο βιβλίο αυτό μπορεί κανείς να ακολουθήσει την πολιτική δυναμική που κατά βάση είχε το γλωσσικό ζήτημα στην Ελλάδα και τη “συσχέτιση της ιστορικής διαμάχης για την εθνική γλώσσα με την εθνική ταυτότητα” η οποία κατά την κα Φραγκουδάκη “αναδεικνύει τη μεγάλης σημασίας για την ευρωπαϊκή εποχή μας εξάρτηση του σύγχρονου λεγόμενου γλωσσικού ζητήματος από μιά εθνική ιδεολογία που αντιλαμβάνεται και αξιολογεί την εθνική ταυτότητα φτωχή ως προς την αξία της και ανεπαρκή ως προς το κύρος της στην Ευρώπη”.
Οι 162 σελίδες του βιβλίου διαβάζονται με ιδιαίτερη άνεση μέσα σε 2-3 μέρες άν αναλογιστεί κανείς το ενδιαφέρον που προκαλεί το περιεχόμενό του αλλά και η προοπτική του ακόμη περισσότερο όταν η παιδεία βρίσκεται στη πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.
Ομολογώ πως μένω με μιά απογοήτευση όταν παρακολουθώ τους φοιτητές να χρησιμοποιούν την ίδια εκείνη “ξύλινη” γλώσσα των ανθρώπων που μάχονται κι ενώ είμαι γενικά υπέρ των συγκρούσεων (άμα δεν σπάσεις τα αυγά, ομελέτα δεν κάνεις) βρίσκω πως στο μεγάλο της μέρος ετούτη η σύγκρουση ξεκινά από λάθος βάση. Πολύ όμορφα το έθεσε η κα καθ. ιστορίας του παν/μιου πελλοπονήσου , της οποίας το όνομα μου διαφεύγει, σε μία εκπομπή στην ΝΕΤ σχετικά με το βιβλίο ιστορίας της έκτης δημοτικού.
Το γεγονός ότι το κρυφό-σχολειό αποτελεί άν όχι μύθο, τουλάχιστον θρύλο, έχει “λυθεί” από την δεκαετία του ‘60. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε πως αυτό τα περί κρυφού-σχολειού αναφέρονται στα βιβλία από το 1983!!! Το πρόβλημα μοιάζει να είναι πως ξάνα-συζητάμε για ζητήματα που αποτελούν κοινό τόπο -όχι την ερμηνεία τους, γιατί εκεί διαφέρουν οι φωνές, φυσικά. Άρα, βγάζει το συμπέρασμα πως τα παιδιά δεν μάθανε ιστορία ποτέ και πως εκεί είναι το ζήτημα. Δηλαδή πως θα κάνουμε τα παιδιά, αντί να παπαγαλίζουν κυριολεκτικά “κατ’εικόνα και ομοίωση” των μεγαλύτερων, να μαθαίνουν.
Και ναί, εγώ το παραδέχομαι παίδες: ιστορία δεν ξέρω, και αυτό για το κρυφό-σχολειό δεν το γνώριζα, και δίνω ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό το θέμα γιατί κάποτε αναφέρθηκε η ύπαρξή τους από έναν αξιόλογο “αντιλογία” μου (δεν ξέρω άν υπάρχει η λέξη, εύχομαι να γίνομαι κατανοητή!) ως αντεπιχείρημα στην δική μου ερμηνεία ότι η Ελληνική Επανάσταση ήταν ένα σχέδιο οργανωμένο και χρηματοδοτούμενο από τις ελίτ φιλελλήνων και Ελλήνων του εξωτερικού.
Για να επιστρέψω όμως στο βιβλίο της κας Φραγκουδάκη, πιστεύω πως είναι αρκετά μικρό για να “φαγωθεί” σε ένα σαββατοκύριακο, και πως προσφέρει γνώσεις για το ζήτημα που πιστεύω, αν μή τί άλλο σαν αυτο-αποκαλούμενη Ελληνίδα, θα έπρεπε να γνωρίζω, απλά και μόνο γιατί με αφορά. Γι’αυτό και το αγόρασα εξάλλου.
Κλείνω με δύο παραγράφους, από τις πολλές, που μου άρεσαν:
“Ο “πατριωτισμός” των αυτόκλητων σωτήρων της ελληνικής γλώσσας, μέγιστη παρανόηση με σημαντικές επιπτώσεις, συνοδεύεται και απο την έμφαση στους κινδύνους εξαφάνισης που απειλούν την ελληνική γλώσσα στο μέλλον της ενωμένης Ευρώπης εξαιτίας της φθοράς που έφερε η “αποκοπή από τις ρίζες”. Ακριβώς αντίθετα με τις αυταπόδεικτες αυτές αλήθειες, προβάλλει αυτόματα πόσο ασυμβίβαστη είναι η καταγγελτική υποτίμηση της εθνικής γλώσσας με την πατριωτική “προστασία” της, αρκεί να κάνουμε την ακόλουθη φανταστική υπόθεση. Εάν μια μέρα πείθονταν όλοι οι ομιλητές της ελληνικής και ιδίως οι νέοι ότι η γλώσσα τους είναι πράγματι “χαμηλής ποιότητας”, εξαθλιωμένη από την “ρύπανση”, φτωχή και “ευτελής”, τί θα γινόταν άραγε τότε στο ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας και της γλώσσας;
…
Η καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας, της μόνης ελληνικής που υπάρχει, αυτής που ομιλούν οι ομιλητές της, σε όλα τα πεδία του επίσημου λόγου έχει αποφασιστική σημασία. Η καλλιέργεια αυτή εμποδίζεται ακόμα σήμερα από τις μυθολογίες που περιγράφουν την γλώσσα σαν οικόσημα αρχαίας ευγενείας και όχι όργανο επικοινωνίας.”
υ.γ. Το βιβλίο είναι 202 σελίδες αλλά το κείμενό του σταματάει στην 162η.