μεγάλο τραπέζι, τουλάχιστον 60 άτομα μαζί, μακρύ και έτοιμο σε ξεχωριστή σάλα, με τους μεζέδες του και τα ποτήρια του, με τα τασάκια του και τα πιατάκια του. όλοι καθισμένοι κι εγώ δίπλα σε δύο, ο τούρκος και η αμερικάνα. συζήτηση πολλή, παίρνει και δίνει, ΄να το ένα και νά το άλλο κι όλοι μαζί και καθείς μονάχος του. ένα τσιγάρο έξω, και συζήτηση και γέλια για το γκόλ που έφαγαν οι τούρκοι προ καιρού “ναί, αλλά πρί από αυτό τέσσερα βάλαμε εμείς” λέει ένας κι αρχίσανε τα γέλια “ναί αλλά εμείς το ένα των ελλήνων θα θυμόμαστε” και νά τα γέλια πάλι. πίσω στο τραπέζι κι αντί για κρασί κόκκινο κατά επιρροή μπύρα διάλεξα, κι ας είχα ξεχάσει τον καθετήρα σπίτι. τουαλέτα επιγόντων λέω και φεύγω. ενάμιση λεπτό αργότερα πάνω από την χέστρα, ανακουφίζομαι.
γυρίζω να πατήσω το κουμπί, να φύγουν μακριά οι αποδοχές μου, και τί να δώ;
νά μιά το διαβατήριο νά μιά η ταυτότητα να πλέουν στα λείμματα της ουροδόχου κύστης μου. το τί ακούστηκε δεν λέγεται, πάντοτε στην “μητρική”. νά για να τα βγάλω και νά για να τα πλύνω όπως-όπως μά πώς; και νά μετά τα σκουπίσματα με τις χάρτινες κορδέλες, και νά ξανά και νά τα νεύρα και νά τα νεύρα, τίποτα δεν έμεινε πιά.
σ’ένα ποτήρι σαμπάνια ξεχάστηκαν όλα
κι εγώ
κι εσείς
και όλα όσα υποτίθεται υπάρχουν
ίσως
ίσως
ίσως μιάν άλλη ζωή να έδινε το πρόσταγμα
αλλά πως είναι μιά κοπέλα άμητρη
έτσι κι εγώ
The greatest poverty is not to live
In a physical world, to feel that one’s desire
Is too difficult to tell from despair…*
___________________
*Wallace Stevens, Esthétique du Mal