έκατσα στην καρέκλα νιώθοντας μιά κάποια ανακούφιση. η καρέκλα είναι σκληρή, σκέφτηκα, αλλά έχει καλή, γερή πλάτη κι επειδή δεν κάθομαι σωστά ευχαριστήθηκα που έγειρα πίσω κάτι μοίρες κι ακούστηκε το κράκ-κράκ-κράκ της ραχοκοκαλιάς μου. τα μάτια που περιγύρισαν το δωμάτιο και κόλλησαν επάνω σε ένα στρογγυλό, ξύλινο φαινότανε, αντικείμενο. σαν την σφαίρα στρογγυλό, μπλέ βαθύ με περίεργα σχήματα, λεπτοκαμωμένα όμως, επάνω του και τποθετημέν σε μιά βάση μικρή, έτσι για να μπορεί να στέκεται. αναρωτιόμουνα τί μπορεί να κάνει, σε τί μπορεί να χρησιμεύει ένα τέτοιο αντικείμενο και λόγους το μυαλό μου δεν έβρισκε παρά μονάχα η φαντασία πως είναι τάχα για να βάζεις τα χαρτάκια με τις ευχές ή τα όνειρα για μελλοντικό ρέφερενς, σε περίπτωση που ξαχαστείς ας πούμε ή κάτι τέτοιο ανάλογο. το κοιτούσα για ώρα το κουτί και σκεφτόμουνα άμα ήτανε δικό μου εγώ τί θα έγραφα στα χαρτάκια πριν τα τοποθετήσω στην ξύλινη μπάλα μέσα και αμέσως αμέσως μου ήρθε πως ήθελα να έγραφα ένα σωρό μικρά κι άλλα μεγάλα, αλλά μετά σκέφτηκα καλά κι άμα τιγκάρει το κουτάκι τί κάνουμε και ξαφνικά χτύπησε η πόρτα. κανείς δεν σηκώθηκε να ανοίξει, κανείς δεν κινήθηκε προς ή από κάποιο δωμάτιο, κανείς δεν ακούστηκε απ’έξω, μονάχα κάτι απαλά βήματα, αλλά και πάλι τίποτα. το κουδούνι χτυπούσε κι εγώ για κάποιο λόγο, ανεξήγητο, δεν σηκώθηκα, συνέχισα να κάθομαι να ακούω το κουδούνι που χτυπάει, έτσι να χτυπάει.
April 8, 2009 at 9:21 am
Το καλύτερο όμως δεν είναι αυτό. Το καλύτερο είναι που δεν σε καίει να μάθεις κ ποιος ήταν. Η τέλεια νιρβάνα.