7 Ιανουαρίου 1914- 3 Απριλίου 2009
Η Ζαχαρούλα Καραχάλη-Φεργάδη γεννήθηκε στην Κύμη της Εύβοιας και ήτανε η γιαγιά μου. Η μαμά της Ελένη, πέθανε όταν εκείνη ήταν τέσσερα κι επειδή από Ζαχαρούλες η οικογένεια, να είμαστε καλά έχει αρκετές, εγώ βγήκα Ελένη.
Μιά από τις πρώτες αναμνήσεις που έχω της γιαγιάς είναι με ένα δίσκο με φάρμακα, να περπατά το διάδρομο του διαμερίσματος στην Αθήνα, όπου έμεναν με τον παπού όταν εκείνος ήταν άρρωστος. Θυμάμαι που φορούσε ταγιέρ και είχε πάντοτε τα μαλλιά της φτιαγμένα. Τα μπικουτί δεν τα άφησε μέχρι και τα βαθειά γεράματα, μιλώ για περίπου 1 χρόνο πρίν, αφού ενω ήτανε πιά περιορισμένης κινητικότητας, ήτανε πάντοτε κοκέτα. Μετά την θυμάμαι στην Κύμη μονάχα και μετά από χρόνια πολλά.
Θυμάμαι όταν έφτιαχνε εκείνο το θεϊκό κοκκινιστό με τα μακαρόνια με την μεγάλη τρύπα, έτσι να μπαίνει η σαλτσούλα εντός τους και έκανε ένα κόλπο με το τυρί, ξερή μιζύθρα πάντα -και δεν σηκώνω κουβέντα για τίποτα άλλο- που την έβαζε στον πάτο του πιάτου και μετά τα μακαρόνια στρώσεις -αφότου είχανε καεί στο βούτυρο (ούτε για αυτό σηκώνω κουβέντα)- λίγο τυράκι, μακαρονάκια, λίγο τυράκι, μακαρονάκια. Σε τρείς στρώσεις. Και μετά το κομμάτι το κρέας, κοντά σε κόκκαλο κατά προτίμηση, κι από πάνω με την σάλτσα του, ολόκληρο τελετουργικό.
Το φαγητό στη οικογένεια, όπως φαντάζομαι σε πολλές ελληνικές, είναι ιστορία, όχι αστεία πράγματα.
Η γιαγιά λοιπόν ήτανε χρυσοχέρα, τί κουραμπιέδες να λέμε τώρα με το φρέσκο το βουτυράκι πλασμένα με χέρια που αγαπούσαν τον κουραμπιέ κι αυτούς που θα τον γευτούν, τί σπέσιαλ φλογέρες να λιώνουν στο στόμα σαν και κρουτσανιστό χιόνι άμα ζεστό και γλυκό, τί παστίτσια, τί να σου λέω τώρα, και πάντοτε με τον άγχος, “θα αρέσουν του πατέρα σου;” Μιά φορά θυμάμαι τα ίδια με τον μπακλαβά, του έκανε τον αγαπημένο του σαν ήξερε, αυτόν με το καρύδι, και είχε να λέει μέρες μετά που της έκανε κριτική, και τότε πάντοτε θυμότανε την ιστορία που ήταν άρρωστος μικρός και του είπε τί θές να κάνω και τί της είπε ο αθεόφοβος; θέλω λέει μακαρόνια σε 4 λεπτά, άκου τώρα, εδώ για να βράσει το καζάνι μόνο ένας θεός πόσο θέλει, αλλά του τα έκανε, έτσι για να μάθει ποιός έκανε κουμάντο δηλαδή όχι τίποτ’άλλο, και μετά σωρός ερχόντουσαν άλλες ιστορίες σαν και τότε που του τις είχε βρέξει γιατί κοροϊδευε ο πατέρας μου ένα παιδάκι που ήταν από την σκύρο και του έκανε δηθεμου-τάχαμου με προφορά “πότε θα φύγει το καράβι για τσι τσίρο” και βγήκε η γιαγιά και του είπε “τώρα θα δείς πότε έρχεται το καράβι από την σκύρο” και νά η γιαγιά του τις έριξε για τα καλά (την ιστορία για την “τσίρο” μου την θύμησε η μητέρα μου, αλλά καλά θυμόμουνα πως τις είχε φάει ο μπαμπάς, άμ πώς;) ή άλλοτε που πήγανε μαζί με τον παπού στην ιταλία σαν σπούδαζε κι άλλες μετά που πήγε στην αμερική να επισκευθεί το αδελφό της τον Ηρακλή και την αδελφή της την Πολυάνθη-τότε μας έφερε ένα πιάνακι μικρό, ακόμη το έχουμε στο σπίτι και νευριάζουμε την μαμά μου άμα χρειαστεί…
Η γιαγιά βέβαια αγαπούσε πολύ το ψάρι. Θές επειδή γεννήθηκε σε παραλιακό μέρος, θές ποιός ξέρει, το ψάρι το έπιανε και το ψιψίριζε με τις ώρες, και δεν άφηνε τίποτα άλλο παρά τα κόκαλα. Το κρέας, υποψιάζομαι, το έμαθε καλύτερα με τον παπού-γιατι ο παπούς ο Νικολός ήτανε καλοφαγάς. Έτρωγε, όπως αρέσει στον πατέρα μου να διηγείται, τρία ολόκληρα πετιμεζοκούλουρα στην καθισιά του, και ξέρεις τα πετιμεζοκούλουρα είναι θάνατος -λένε, δεν έχω φάει γιατί με έχουν πάρει κι απο φόβο- φαντάσου μικρές κορδελίτσες, νά, σαν το μικρό σου δάχτυλο, πλεγμένες μουστοκούλουρα που μετά βράζουν στο πετιμέζι, να ρουφήξουν όλη την γλυκάδα του.
Της γιαγιάς άρεσαν οι ιστορίες, με τις ώρες να μιλά για όταν ο παπούς ερχόταν κάτω από το σπίτι το βράδυ για καντάδες με την παρέα, κι είχε ένα χαμόγελο όταν έλεγε ιστορίες για τον παπού, όλο πονηριά, “είχε ωραία φωνή ο παπούς”, έχουν να λένε στην οικογένεια. Βέβαια η ιστορία λέει πως και η γιαγιά ήτανε από τις πιό όμορφες του χωριού, γιατί έχω ακούσει κι άπο άλλους, άμ πώς, τί έτσι άντε; Τί που για τον παπού το μεσημεριανό ήτανε ιεροτελεστία, μην μπάς και δεν ήτανε στρωμένο το τραπέζι, το φαϊ απάνω και όλη η οικογένεια εκεί, χαμός και κανταποντισμός να γίνει,ή για τότε που έπαθε την πλευρίτιδα και πως δεν πέθανε άγιο είχε, που την ξυπνούσε ο παπούς μέσα στην νύχτα να πιεί ένα ποτήρι γάλα για δύναμη, που κοίταζε τη σκιά τα δάχτυλα στον τοίχο και τρόμαζε έτσι μικρά και εύθραυστα που ήτανε.
Άλλες μετά για τότε που έραβε, μετά για τον μεγάλο πόλεμο, που έφυγε ο παπούς στα σύνορα με την Αλβανία και γύρισε με τα πόδια στην Κύμη, μετά για τον εμφύλιο και όταν πιά είχανε το καφενείο, που σαν αποφασίσανε να κάνουνε γλυκά έτρωγε τις ώρες να κάνει μπακλαβάδες ταψιά, και ο μπακλαβάς ο Κουμιώτικος είναι εκατό στρώσεις και εκατόν-είκοσι κομμάτια, είχε να λέει πώς τον καιρό που ακρίβυνε το καρύδι/αμύγδαλο κατάφερε να βγάλει περισσότερα κομμάτια στο ταψί γιατί δεν “έβγαινε” κι έτσι κατέληξε, και όταν αποφασίσανε για παγωτό, άλλος βραχνάς από εκεί, βάλε τα ασπράδια, τα γάλατα, τις ζάχαρες, χαμός κι άντε να βγάλεις άκρη ή οι κορμοί για τα χριστούγεννα;
Ιστορίες για όλους στο χωριό, για τον καιρό που όλοι ξέραν όλα για όλους, αδέρφια, ξαδέρφια, γυναίκες, κουμπάρους, ανήψια και όλο το γενεαλογικό δέντρο τρείς γενιές στα σίγουρα ήξερε να σου πεί, πώς και τί για τον καθέναν τους, ποιός ήταν στα βουνά, ποιός φώναζε για “φρούτα” τον καιρό που κλέβαν τσάγαλα (αμύγδαλα) από τα δέντρα, και άλλες για όταν ερχότανε το θέατρο στην Κύμη, για τότε που τους είδανε ζευγάρι μαζί να κρατάνε χέρι-χέρι με τον παπού κι ανήκουστο, αφού για την δουλειά και το σπίτι δεν φτάνανε οι ώρες, ή για τότε στην κατοχή που έκανε τρία χιόνια στην Κύμη το ‘41-εάν δεν κάνω λάθος την χρονολογία- κι ο κόσμος πέθαινε από την πείνα σωρηδών και που περπάτησε με τα πόδια μέχρι το άλλο χωριό, μιλάμε για απόσταση, για μία χούφτα ρύζι, και νά ο ήλιος να καίει από πάνω.
Πολλές οι ιστορίες, κι εγω μονάχα μία κατέγραψα σε βίντεο ένα πάσχα κι αυτή μισή…
Πέρα από τα χρόνια και τις ιστορίες που έρχονται μαζί, η γιαγιά μας ήταν εκείνη που μεγάλωσε δύο γενιές, καί τα δικά της και των παιδιών της τα παιδιά, και μετά ακόμη και που τα χρόνια πέρασαν, όλα τα δισέγγονα από εκεί περάσανε κι αυτά, και μιλάμε για, κάτσε να μετρήσω, οχτώ άμα δεν απατώμαι.
Η γιαγιά μας ήτανε, νά, σαν άγκυρα, που βαστάει το καράβι της οικογένειας σε έναν τόπο, το σπίτι της, απ΄όπου θα περάσουν όλοι όπως και να έχει, κι εγώ για να λέμε και του στραβού το δίκαιο δεν πήγαινα τόσο συχνά, ενώ μου έλεγε ο πατέρας μου να περάσω μια βόλτα. Πάνε δυό-τρία χρόνια, ίσως και περισσότερο, από τότε που την έβγαλα τσαρκάδα με το καροτσάκι, γιατι συνήθως μαζευόντουσαν στη αυλή της, μιά στην πλατεία που χρόνια είχε να δεί και μιά σε κάτι φίλες της καλοκαίρι ήταν κι αρχίσανε τις ιστορίες πάλι-άλλο να σου λέω, αρχίσαμε με τους γερμανούς και καταλήξαμε στους ιταλούς, αλλά κι αυτοί οι ιταλοί βρε παιδί μου στο χωριό με τις κοπέλες, και τί δεν άκουσα αλλά αυτά δεν τα λέμε, είναι μυστικά….
Την τελευταία που έφτασα αθήνα, τελη μάρτη πρίν να φύγει, δεν πήγα χωριό. Είχε πιά κουραστεί, “η ζωή μετά τα εβδομήντα…άντε ογδόντα”, μετά από σκέψη έλεγε, “δεν έχουν νόημα” και τί να πείς, αφού είχε δεί τους περισσότερους από εκείνους που ήξερε να φεύγουνε, είχε τώρα κοντά μισό χρόνο που ούτε να φάει κουράγιο δεν είχε, άν και την τελευταία φορά που την είδα τα χριστούγεννα σηκώθηκε, την ταϊσα κι έφαγε όλο της το φαγητό, “νά για σένα” μου είπε.
Εξόν που ούτε άκουγε ούτε έβλεπε, παρά μόνο ανθρώπους που δεν ήξερε και που εμείς, της ζωής οι ζαβοί, δεν θα δούμε παρά μονάχα σαν έρθει κι εμάς η ώρα μας.
‘Eτρεξα για την κηδεία κι έφτασα αρχές απρίλη σε μιά Kύμη που μύριζε άνοιξη. έτσι το ήθελε, είμαι σίγουρη, έτσι να μυρίζει άνοιξη καθώς την αποχαιρετάμε.
“πλήρης ημερών” λέει ο κόσμος, και έτσι είναι.
ενενήντα πέντε κλεισμένα, και τί χρόνια όμως έ;
άν και επικούρεια στα περί θανάτου ζητήματα
σκέφτομαι πως
απώλεια τελικά δεν είναι όταν χάνεις την φυσική παρουσία ενός ανθρώπου,
αλλά όταν χάνεις κάθε μνήμη συνδεδεμένη με εκείνη/ον
ένα τραγουδάκι λοιπόν
για την γιαγιά μου