αγαπημένε μου φίλε,
βρίσκομαι εκεί που με άφησες. στην ίδια θέση, κάθομαι με το ένα πόδι απά και το άλλο πέρασε το μούδιασμα. σαν και ο πόνος του πιά να μην νιώθει ούτε τις εντολές σου μήτε τα χαμογέλια σου. από βαρύδι έγινε πέτρα, κι από πέτρα πέρασε σε μπετό κι απ’αυτό πάλι προχώρησε σε μολύβι, τόσο βαρύ που σαν και κίνηση να κάμω να το κουνήσω τόσο πολύ που θα πονά.
το αφήνω στον πολλαπλασιασμό του βάρους του μπάς και σπάσει καμιά φλεβίτσα και οδηγηθώ μιάν ώρα αρχίτερα στο τέλος της κόλασης που ζώ, καθώς κόλαση είναι να μην νιώθω τα άκρα σου να αγγίζουν αυτό το άλλο κορμί, εκείνο το αλλιώτικο, που η ευγένειά του μόνο προσβολή μπορεί να είναι και τίποτα άλλο.
περνώ στα χέρια, που στέκονται ψηλά, αγέρωχα σαν και βέλη, ετοιμόρροπα σπίτια, καλογινομένα βερύκοκα, που σαν και τ’αγγίξεις λιώσανε αμέσως. τέτοια είναι η γλύκα τους, σαπισμένη κι αδύναμη με αναγκαία πικράδα σαν και αλλάξανε οι μήνες και αλλάξαν μαζί και οι λέξεις και τα βλέμματα και όλα τα χάδια που αλλιώς τραγουδούσανε τωρά εγωϊσμούς κυριεύουν και αδυναμίες κατοικούν.
περνώ πάρα πέρα, στα αγκάθια τα χείλη, που άλλοτε παιχνιδιάρικη φούσκα κι άλλοτε πάλι ευγενισμένη μέντα γευόντουσαν. σαν και τα όνειρα-φιλιά αντάλλασαν χάρτες, σαν κι οι πυξίδες τρελλαίνονταν με τόση βαρύτητα, λές κι οι ανέμοι χαζεύαν απόδημα πουλιά εν κινήση.
ένα όνειρο, μιά τόση δά χαραμάδα μιας πόρτας που ακόμη σαν και δεν λέει να κλείσει διαφαίνεται. φώς στο τούνελ; αυταπάτη φθινοπωρινής νυκτός;
χτυπάω, μα φωνή.
ο λόγος μου ποιός;
ξέχασα το συνθηματικό.
κι άντε να βρείς άκρη.