αστράφτει σαν εκκολάπτονται τα ωά των αστεριών
φαντάσου εκατομμύρια κόκκους γυρώ σου ν’ανεμίζουν
δες πιγολαμπίδες και τζίτζικες να κάνουνε παρέα
συζητώντας πόσο περισσότερη ζέστη έχει φέτο από πέρυσι
και πόσο το δέντρο που κάθονται ξεράθηκε κι απόγινε
χαζεύοντας το διπλανό κι αναρωτόμενοι
λές να πάμε κατά κεί, κι όλο γι’αυτό μουρμούρα και χαμός
σκέψου την άμμο
να κολλά πεισματάρικα αναμεσό στα δάχτυλα
το καυτό της αφής της που μουδιάζει έναν ακόμη πόνο
βάλε τις πέτρες, τα βότσαλα και τα φύκια μαζί
πάρε το χταπόδι
χαλάρωσε την γάμπα στην οποία πεισματικά κι ανώφελα κόλλησε
και δες το ν’απομακρύνεται με την ίδια σιωπηλή και αργή κίνηση που ήρθε εξ’αρχής
βάλε την αντηλιακή, το τσίπουρο και τον μεζέ μαζί
πρέπει λέει να μιλήσουμε, να πούμε τα πράματα με τ’όνομά τους
να όμως που για μερικούς ο βόας που κατάπιε τον ελέφαντα καπέλο μοιάζει
και που οι λέξεις δεν χωράνε τα όνειρα
και που το καλοκαίρι χειμώνιασε